Ο συγγραφέας του «Κώδικα της Ιεράς Εκκλησίας της Κοινότητος Σκαλοχωρίου Άγιος Γεώργιος» Ανέστης Θεοδοσίου γεννήθηκε το 1838 στο Σκαλοχώρι της Λέσβου. Φοίτησε στο σχολείο του χωριού, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1852 και στη συνέχεια εργάστηκε με τον πατέρα του στο μικρό παντοπωλείο που διατηρούσαν εκεί. Το 1855 επισκέφτηκε για αγορές τη Σμύρνη, όπου και δηλώνει ενθουσιασμένος για την πόλη: «τότε εννόησα τον εαυτόν μου πλέον τι εστί κόσμος, πολύτευμα και ευγένεια…». Εργάστηκε σε εμπορικά καταστήματα της Κωνσταντινούπολης από το 1858 μέχρι το 1868, όταν και επέστρεψε στο Σκαλοχώρι, όπου και διέμεινε μέχρι το θάνατό του το 1935. Διετέλεσε δημογέροντας, εκκλησιαστικός επίτροπος και – κατά διαστήματα – γραμματέας της Κοινότητας μέχρι το 1914 και με την ιδιότητά του αυτή συμμετείχε ως απογραφέας στην κτηματική καταγραφή του 1876 και στις απογραφές πληθυσμού του 1883 και του 1905.

Ο Ανέστης Θεοδοσίου ξεκινάει περί τα 1900 τη συγγραφή του Κώδικα, προφανώς ως επίσημο βιβλίο της Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου της Κοινότητας Σκαλοχωρίου και το μετατρέπει σε προσωπικό ημερολόγιο, όταν αυτός παραμένει στην κατοχή του και συμπληρώνεται με στοιχεία και αναφορές για γεγονότα από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και το 1932. Έζησε σε ιστορικές και τραγικές για τον Ελληνισμό και το νησί εποχές (κίνημα των Νεότουρκων, απελευθέρωση του νησιού, διχασμός, μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, μεσοπόλεμος), τις οποίες αφηγείται ως αυτόπτης μάρτυρας και αμερόληπτος κριτής. Περιγράφει με μελανά χρώματα τα δύσκολα χρόνια από το 1922 μέχρι το 1932, όταν πια ζητάει συγγνώμη από τους μελλοντικούς του αναγνώστες, γιατί δεν μπορεί άλλο πια να γράψει. «Ζητώ συγνώμην διότι καλώς δεν βλέπω και δεν (θα) γράψω εξίς, 95 ετών». Το πρωτότυπο χειρόγραφο εκδόθηκε το 2005 σε βιβλίο από τον Σύλλογο Σκαλοχωριτών της Αθήνας, αφού διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία και στίξη του συγγραφέα με ιστορικό και φιλολογικό υπομνηματισμό με την επιμέλεια του Χρήστου Χατζηλία.

Με αφορμή την απελευθέρωση της Δυτικής Λέσβου στις 8.12.1912 από τους Τούρκους, σας παρουσιάζουμε  την ανακοίνωση του φιλόλογου, δρ Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου Χρήστου Χατζηλία, στο συνέδριο του 2012 με τίτλο «Τα γεγονότα του Νοέμβρη και του Δεκέμβρη του 1912 μέσα από τη ματιά του Σκαλοχωρίτη Ανέστη Θεοδοσίου και άλλων γηραιών κατοίκων του χωριού». Διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία και στίξη του συγγραφέα. Ο ιστορικός και φιλολογικός υπομνηματισμός έγινε με την επιμέλεια του εισηγητή.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΑΤΖΗΛΙΑΣ, «Τα γεγονότα του Νοέμβρη και του Δεκέμβρη του 1912 μέσα από τη ματιά του Σκαλοχωρίτη Ανέστη Θεοδοσίου και άλλων γηραιών κατοίκων του χωριού».

«Η Αναγένισεις της Ελλάδος εγένετω παρά του αξιοτίμου κυρίου Ελευθερίου Βενιζέλου από την ημέραν όπου εξελέχθη προθυπουργός της Ελλάδος, εκανόνισε και εκτέλεσαι θαύματα δια όλον το έθνος ημών μέγας ευεργέτης. Εκύριξε τον πόλεμον κατά της τουρκείας προς  απελευθέρωσειν πάντων των ομογενών προ πάντων δια την Μακεδονίαν & των εν τω αιγέω Νήσων, η Έναρξεις εγένετω τω 1912 Οκτωμβρίου αρχάς διά του Ισχυρού στόλου. Κατά πρώτον κυριεύσας την μεγαλόπολην Θεσσαλονίκην, την εφ’εσπέρας του Αγίου μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, το τότε τέμενος ευθύς μεταβλίθη & πάλην εις εκκλησιάν, μετά ταύτα εκυριεύθησαν, Η Νήσος Λίμνος, Τένεδος, Ίμβρος, Σαμοθράκη, Άγιος Στράτης, τη δε ογδώη Νοεμβρίου ημέρα των Ταξειαρχών, η ήμισος νήσος ημών Μιτυλήνης μέχρη τζαμλικιού ανεμποδίστως. Από  Τσαμλίκειον μέχρη του Συγρίου ακόμη από τουρκεικής φρουράς. Έχουσα ος μεγάλην αμύνην το όρος του Κλαπάδου, το ονομαζόμενον Σκοτινόν Όρος. Εκοί επάνω ευρίσκετω ο τουρκικός στρατός και εις τα κάτοθεν περίχωρα άνω των δύο χιλιάδων, με πολλά πολεμοφώδεια.

Τη δε τρίτη Δεκεμβρίου εγένετω έφοδος επί το αυτό όρος παρά του ελλινηκού στρατού. Κυριεύσας και νικήσας τους τούρκους εντός 2=3 ημερών, πολλοί εκ τούρκων έφυγον και εθανατόθησαν Εχμαλοτύθισαν και άνω των χιλίων καθώς και ο αρχηγός αυτών επ’ ονόματη  (Γαννής) την πρωϊαν της έκτης  10βρίου, ημέραν του Αγίου Νικολάου, ελευθερώθη όλοι η νήσος ημών από τον τουρκικόν ζυγόν…

Ας αναφέρομεν και ολήγα  περί της ημών Κοινότιτος.

ήτον ο δεύτερος Κλαπάδος οι εγχώριοι Οθωμανοί φανατικοί, άγριοι καθ’ ημών, Μικροί τε και Μεγάλοι Οπλισμένοι ος ίδος αστακοί[1] Σταυροηδός εις τα στίθοι με σφέρας και πολύκροτα και λόχας από 15 ετών και άνω, καθώς και πολλοί άλλοι ξένοι, καθημερινός δεν έλιπον το να περιφέρονται εις το χωριόν, φόβος μέγας εις ημάς τους Χριστιανούς. Όλα τα επίσημα πρόσοπα, Ιερεύς διδάσκαλοι και ευπορούντες άφηνων τας οικίας αυτών και διενυκτόρευων[2] εις οικίας πτωχηκάς και ασημάντους  προς ελευθέρωσειν της ζωής ημών, Διότι εν εσπέρα πρην κυριευθή ο Κλαπάδος, Συνήλθον οι οθωμανοί εγχώριοι και ξένοι, εν τω λουτρώ (χαμάμη) διά Νυκτός έχοντας και εγγρίναντες  εις το να κάμουν σφαγήν ημάς τους Χριστιανούς και λεϊλατίσουν τας οικίας και πράξουν παν άτημον, ος και έπραξαν εις Μεσώτοπον, τελώνεια και προ παντών εν τω χωριό Πέτρας εφόνευσαν  ελεϊλάτησαν και έκαυσαν.  τω αυτώ ήθελεν συμβεί και εις ημάς, ο Άγιος Θεός και η Χάρης του Αγίου Γεωργίου μας διαφύλαξεν εκ του αυτού Κυνδύνου. Εις οθωμανος τους εμπόδισε του αυτού σκοπού.

Μετά την πτώσειν του Όρος Κλαπάδου έρχεται πλέον και η ελευθερία Σκαλοχωρίου τη εννάτη 10βρίου 1912 ημέρα Κυριακή μετά την θείαν λειτοργείαν εφάνησαν πρόσκοποι Αντάρτοι κατά πρώτον έος 10 άτομα οπλοισμένοι εν τη Σχολή έος το εσπέρας άλλοι 40=50 την επαύριον επληθήνθησαν έος εκατώ και άνω από διάφορα μέροι και άγνωστοι άνευ αρχηγού 2=3 και Αρχηγίον. Άρχησαν να λεϊλατούν τας τορκικάς οικίας όλα τα τορκικά παντωπωλεία τα ερίμαξαν  όλοι οι οθωμανοί εκρίβισαν από τον φόβων των ανταρτών, έμβεναν εις τας οθωμανηκάς οικίας, άρπαζαν εκ των οθωμανήδων  τα κοσμίματα αυτών και ατίμαζων αυτάς, τα τιαύτα βλέποντες και οι εγχώριοι Χριστιανοί φαβλόβιοι, όλα τα ευπορούντα τα καταρήμαξαν δεν τους άφησαν έπιπλα και χαλκόματα, όλα τα άρπαξαν τους άφησαν ελεϊνός οι ούτοι άθλιοι, Πολλοί τινές Χριστιανοί  Εύσπλαχνοι, Εφύλαξαν Οθωμανούς και μερηκάς οικίας και δεν έπαθον, από το  ότι έπαθον  Άλλοι  μόνον από χρήμα έπαθον, Αλλά και η ζωοί αυτόν έσόθοι. Εκ των ανταρτών εφονεύθησαν 15=16 οθωμανοί οι Χριστιανοί αν δεν ήτον πολλούς ακόμη ήθελον φονεύσοι, Εν τη διαμονή τριών ημερών των Ανταρτών οι Κοινότης επέπεσε εις έξοδα άνω των 30 λυρών προς διατίρισειν αυτών, καθώς και εις χρήμμα.

Τη δωδεκάτη του αυτού Μηνός, μας ήλθε Αρχηαστινόμος με εξ, επτά πεζοναύτας εκ πέτρας, εις την εμφάνισειν αυτών πάντες οι αντάρτοι αναχώρισαν, Η ελληνική Σημέα ανεψόθη εν τη Ιερά Εκκλησία, οι υποδοχοί αυτών εγένετω εν ενθουσιασμώ, εψάλη δοξολογεία Εξωφωνείσθει λόγος και εψάλη ο πολυχρονισμός του βασιλέος Γεωργίου και διαδόχου παρά του Αγαθαγγέλου Ανέστου Θεοδοσιάδου.

Τη δε 16=17, Έφθασεν ο  Φρόαρχος[3] του Μολύβου, κύριος Αθ. Σαραντόπουλος με 150 στρατιώτας οι εχγώριοι Άνδρες Γυνέκαις, και οι Μαθηταί και Μαθήτριαι προ υπαντίσαμεν αυτούς εν τη λίμνη με τας σημέας και εν ψαλμοίς και ύμνοις εισείλθωμεν εν τω χωρίω καθώς και εν τη Ιερά Εκκλησία φωταγωγούσα, η παράταξεις εγένετω έτη ανωτέρα της πρώτης, με μεγάλην τάξειν και του στρατού.

Μετά τρεις ημέρας αναχωροί ο Φρόαρχος μετά του στρατού εις χωρίον φίλια αφήσας προς ημάς 20 στρατιότας και 10 δια Ανεμώτιαν…»[4].

Ο συγγραφέας του «Κώδικα της Ιεράς Εκκλησίας της Κοινότητος Σκαλοχωρίου Άγιος Γεώργιος» Ανέστης Θεοδοσίου γεννήθηκε το 1838 στο Σκαλοχώρι της Λέσβου. Φοίτησε στο σχολείο του χωριού, απ’ όπου και αποφοίτησε το 1852 και στη συνέχεια εργάστηκε με τον πατέρα του στο μικρό παντοπωλείο που διατηρούσαν εκεί. Το 1855 επισκέφτηκε για αγορές τη Σμύρνη, όπου και δηλώνει ενθουσιασμένος για την πόλη: «τότε εννόησα τον εαυτόν μου πλέον τι εστί κόσμος, πολύτευμα και ευγένεια…». Εργάστηκε σε εμπορικά καταστήματα της Κωνσταντινούπολης από το 1858 μέχρι το 1868, όταν και επέστρεψε στο Σκαλοχώρι, όπου και διέμεινε μέχρι το θάνατό του το 1935. Διετέλεσε δημογέροντας, εκκλησιαστικός επίτροπος και – κατά διαστήματα – γραμματέας της Κοινότητας μέχρι το 1914 και με την ιδιότητά του αυτή συμμετείχε ως απογραφέας στην κτηματική καταγραφή του 1876 και στις απογραφές πληθυσμού του 1883 και του 1905.

Ο Ανέστης Θεοδοσίου ξεκινάει περί τα 1900 τη συγγραφή του Κώδικα, προφανώς ως επίσημο βιβλίο της Εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου της Κοινότητας Σκαλοχωρίου και το μετατρέπει σε προσωπικό ημερολόγιο, όταν αυτός παραμένει στην κατοχή του και συμπληρώνεται με στοιχεία και αναφορές για γεγονότα από τις αρχές του 19ου αιώνα μέχρι και το 1932. Έζησε σε ιστορικές και τραγικές για τον Ελληνισμό και το νησί εποχές (κίνημα των Νεότουρκων, απελευθέρωση του νησιού, διχασμός, μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, μεσοπόλεμος), τις οποίες αφηγείται ως αυτόπτης μάρτυρας και αμερόληπτος κριτής. Περιγράφει με μελανά χρώματα τα δύσκολα χρόνια από το 1922 μέχρι το 1932, όταν πια ζητάει συγγνώμη από τους μελλοντικούς του αναγνώστες, γιατί δεν μπορεί άλλο πια να γράψει. «Ζητώ συγνώμην διότι καλώς δεν βλέπω και δεν (θα) γράψω εξίς, 95 ετών». Το πρωτότυπο χειρόγραφο εκδόθηκε το 2005 σε βιβλίο από τον Σύλλογο Σκαλοχωριτών της Αθήνας, αφού διατηρήθηκε η αρχική ορθογραφία και στίξη του συγγραφέα με ιστορικό και φιλολογικό υπομνηματισμό με την επιμέλεια του ομιλούντος.

Το Τσουκαλοχώρι, (τουρκιστί Τσομλέκκιόϊ, (Çömlekköy), μετέπειτα Σκαλοχώρι είναι ένας οικισμός της Λέσβου που βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος του νησιού, στην επαρχιακή οδό, που οδηγεί από την πρωτεύουσα στην Ερεσό και το Σίγρι. Απέχει από τη Μυτιλήνη 58 χιλιόμετρα και από το Μόλυβο 32.

Ο πληθυσμός του Σκαλοχωρίου με βάση διάφορες πηγές είναι ο παρακάτω:

Ο πληθυσμός του Σκαλοχωρίου (1620 – 1951)

Από τις πληθυσμιακές καταγραφές, που παρατέθηκαν ήδη γίνεται αντιληπτό ότι στα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και τη δεύτερη δεκαετία του 20ού στο Σκαλοχώρι πλειοψηφούν οι μουσουλμάνοι, αφού η καταγραφή του Οικονόμου Τάξη του 1909 μάλλον ελέγχεται ως κατά προσέγγιση και άρα ανακριβής. Το γεγονός αυτό επισημαίνεται ως μοναδικό φαινόμενο, αφού δεν παρατηρείται σε κανένα άλλο μεικτό οικισμό του νησιού[5]. Οι μουσουλμάνοι κατείχαν μεγάλο μέρος αγροτικών ακινήτων, βοσκοτόπους και καλλιεργήσιμα εδάφη, ενώ οι χριστιανοί μικροκτηματίες ήταν περιορισμένοι σε ελάχιστες αγροτικές τοποθεσίες (μετά το 1850)[6]. Στις αρχές του 20ού αιώνα οι μουσουλμάνοι του Σκαλοχωριού κατείχαν «οικίες και μαγαζία, οικόπεδα, στάβλους και κηπάρια», ενώ ο  χριστιανικός πληθυσμός ήταν (κυρίως) εγκατεστημένος στη συνοικία του Αγίου Γεωργίου[7]. Η συνολική ακίνητη περιουσία των μουσουλμάνων του Σκαλοχωρίου υπολογίζεται σε περίπου 17.000 στρέμματα γης και 320 αστικά ακίνητα.

Το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η κοινωνική σύνθεση περιλάμβανε βασικά τους μεγαλοκτηματίες, τους επαγγελματίες – τεχνίτες και τους μικροκτηματίες – μικροκτηνοτρόφους. Οι πρώτοι ήταν στην πλειοψηφία τους μουσουλμάνοι και οι υπόλοιποι – κατά πλειοψηφία – χριστιανοί και ελάχιστοι μουσουλμάνοι. Οι επαγγελματίες ήταν κατά κανόνα χριστιανοί, οι οποίοι πολλές φορές μετανάστευαν για εξεύρεση εργασίας.

Στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και την πρώτη του 20ού η διαδικασία του κοινωνικού μετασχηματισμού, λόγω της αυξημένης κινητικότητας, εντατικοποιήθηκε. Αποτέλεσμα ήταν η συγκρότηση μιας νέας ομάδας – των μεταναστών  – και η ενίσχυση της ομάδας των εμπόρων, η οποία εμπλουτίστηκε και με μεμονωμένες εγκαταστάσεις οικογενειών από την ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη και άλλα χωριά του νησιού[8]. Οι δυο αυτές ομάδες, που εργάζονταν και έρχονταν πλέον σε συχνή επαφή με τόπους του εξωτερικού και ιδίως με τα αστικά κέντρα του Αιγαίου, της Μικράς Ασίας και της Μεσογείου, αποτελούν τους φορείς νέων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών προτύπων και πρακτικών.

Η παραγωγική – οικονομική φυσιογνωμία του Σκαλοχωρίου αυτή την περίοδο βασιζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία, που αποτελούσαν τη βασική ασχολία μεγάλου μέρους του εντόπιου πληθυσμού. Η γεωργική παραγωγή στρεφόταν σε καλλιέργειες σιτηρών και ελαιόδεντρων καθώς και αμπελιών. Οι βελανιδαγροί, ανήκαν κατά κανόνα σε Οθωμανούς μεγαλοκτηματίες και το βελανίδι συγκεντρωνόταν και εξαγόταν με καΐκια σε βυρσοδεψεία της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου και των απέναντι Μικρασιατικών παραλίων μέσω της σκάλας στο Τσαμούρ Λιμάνι[9].

Δεύτερη βασική ασχολία μικρού μέρους του εντόπιου πληθυσμού αποτελούσε η κτηνοτροφία, ιδιαίτερα σε αγροτικές περιοχές άγονες και ημιορεινές. Αφορούσε πρωτογενώς σε εκτροφή αιγοπροβάτων, βοοειδών και μεταφορικών ζώων, και δευτερογενώς σε παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, μαλλιών και δερμάτων, τα οποία ήταν εμπορεύσιμα στην τοπική αγορά και σε υπερτοπικές αγορές του νησιωτικού και του ηπειρωτικού ελλαδικού χώρου.

Η συνεργατική – ανεκτική σχέση, που υπήρχε σύμφωνα με τον Ανέστη Θεοδοσίου και προφορικές μαρτυρίες άλλων γηραιών κατοίκων του χωριού, μεταξύ των μελών της χριστιανικής και της μουσουλμανικής κοινότητας του Σκαλοχωρίου διαταράσσεται κατά τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, με την άνοδο του τουρκικού αλλά και του ελληνικού εθνικισμού. Ο Ανέστης Θεοδοσίου αναφέροντας το Σκαλοχώρι ως δεύτερο Κλαπάδο, το συγκρίνει με το αμιγώς κατοικούμενο από μουσουλμάνους γνωστό τουρκοχώρι της βορειοδυτικής Λέσβου, όπου αυτή την περίοδο ήταν εγκατεστημένο και το στρατηγείο του οθωμανικού στρατού. Αναφέρεται στο καθεστώς τρομοκρατίας, το Νοέμβρη και το Δεκέμβρη του 1912,  που επιβλήθηκε στο χωριό από τους Οθωμανούς – με τη συνδρομή και επιρροή προφανώς πολλών μη Σκαλοχωριτών – όταν οι τούρκοι προσπαθούν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, με όπλο τον εκφοβισμό των Χριστιανών. Η αποφυγή του σφαγιασμού των Χριστιανών, πράγμα που συνέβη σε πολλές άλλες γειτονικές κοινότητες, αποφεύχθηκε μετά από παρέμβαση ενός Οθωμανού, πιθανότατα του Χατζή Χότζα Εμίν Εφένδη[10], που ήταν ιμάμης στο τζαμί (Yeni Çami) και ιεροδιδάσκαλος στον Μεντρεσέ του Σκαλοχωρίου.

Το σκηνικό αυτό αλλάζει άρδην μετά τη συνθηκολόγηση του οθωμανικού στρατού κατά τη μάχη του Κλαπάδου και την αιχμαλωσία ή παράδοση πολλών Σκαλοχωριτών Οθωμανών, που είχαν καταταγεί. Το χωριό καταλήφθηκε από ένοπλους αντάρτες[11], άτακτα επικουρικά σώματα από Λέσβιους Χριστιανούς, εξοπλισμένα από τον ελληνικό στρατό, που εκμεταλλευόμενοι το κενό εξουσίας προέβησαν σε κάθε είδους αγριότητα (λεηλασίες οικιών, βιασμούς, δολοφονίες), με τη συνεργασία ελάχιστων εντοπίων, σε βάρος των Οθωμανών του χωριού. Σ’ αυτή τη συγκυρία δεν έλειψαν οι σώφρονες και μετριοπαθείς Χριστιανοί, που απέτρεψαν εκτεταμένες βιαιοπραγίες, κρύβοντας και προστατεύοντας οθωμανικές οικογένειες του χωριού. Προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν το όνομα του προέδρου της χριστιανικής κοινότητας Νικολάου Ηλ. Χατζηλία, ο οποίος απειλήθηκε από τους αντάρτες. H σωφροσύνη και η  ακεραιότητα του προέδρου επιβεβαιώνεται, αφού η μυτιληναϊκή εφημερίδα «Σάλπιγξ» αναφέρει[12] σε δημοσίευμά της 15.12.1912 ότι «περί τους εκατόν οπλίται του τουρκικού στρατού αποσπασθέντες εκ του κυρίου σώματος και περιπλανηθέντες τείδε κακείσε κατέφυγον εσχάτως εις το χωρίον Σκαλοχώρι όπου παρέδοσαν τα όπλα των εις τον εκεί προύχοντα κ. Χ# Ηλίαν. Επειδή εξέφρασαν την επιθυμίαν των όπως παραδοθούν μόνον εις τακτικόν στρατόν ανεχώρησε προς παραλαβήν των ο εν Πέτρα αστυνόμος κ. Δ. Αντωνιάδης μετ’ αγήματος πεζοναυτών και πολιτοφυλάκων». Με την άφιξη του αγήματος στις 12 Δεκεμβρίου 1912 οι αντάρτες αναχώρησαν και η ελληνική Κατοχή του χωριού επισφραγίστηκε με πανηγυρική συμμετοχή των Χριστιανών κατοίκων.

Ο ένας μήνας, λοιπόν, ανομίας, που μεσολάβησε ανάμεσα στην κατάληψη της  Μυτιλήνης και τη συνθηκολόγηση του οθωμανικού στρατού και δυστυχώς και η αμέσως επόμενη περίοδος, με την εμφάνιση των προσφύγων του πρώτου διωγμού,  εξέθρεψε φαινόμενα φανατισμού και μισαλλοδοξίας ανάμεσα στις δύο κοινότητες του νησιού και επέτρεψε την εκδήλωση των ενστίκτων εκδίκησης και μίσους, που αποτέλεσαν το μέσον επίλυσης πάσης φύσεως διαφορών (οικονομικών, θρησκευτικών, εθνικών και προσωπικών) με τελικά θύματα, δυστυχώς, τον άμαχο πληθυσμό. Είθε να είναι αυτά τα γεγονότα τα τελευταία…

Το 1914 μεγάλος αριθμός Χριστιανών προσφύγων, εγχώριας και μη καταγωγής, προερχόμενος από τα απέναντι μικρασιατικά παράλια και διωκόμενος από τις οθωμανικές Αρχές, φιλοξενείται στο Σκαλοχώρι επί πενταετία[13]. Η εγκατάσταση και η διαμονή των προσφυγικών οικογενειών δεν έγινε χωρίς προβλήματα. Ανέκυψαν ζητήματα που αφορούσαν στη στέγαση, τη σίτιση, την υγιεινή, τη δημόσια τάξη και τις σχέσεις προσφύγων – Οθωμανών. Για τη στέγαση των προσφύγων επιστρατεύτηκαν τα σπίτια Οθωμανών που ήταν κενά, οι μουσουλμανικοί ξενώνες (τεκέδες), τα διδακτήρια, εξοχικές κατοικίες κ.ά. Η παρουσία εκατοντάδων προσφύγων, σε συνδυασμό με την εμπόλεμη κατάσταση και τα εσωτερικά προβλήματα του ελληνικού κράτους (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Διχασμός, επιστράτευση) δημιούργησαν προβλήματα επισιτισμού, που έπληξαν όχι μόνο τους ίδιους τους πρόσφυγες, αλλά και την τοπική κοινωνία. Πολλοί μουσουλμάνοι εγκατέλειψαν λαθραία το χωριό την τρέχουσα δεκαετία, ενώ η αυλαία της συνύπαρξης πέφτει στα τέλη Σεπτέμβρη του 1923. Η συνθήκη της Λωζάνης, η οποία επέβαλε την υποχρεωτική ανταλλαγή των χριστιανικών και των μουσουλμανικών  πληθυσμών, οδήγησε στην αναχώρηση των 737  Οθωμανών του Σκαλοχωρίου μέσα σε κλίμα αμοιβαίας συγκίνησης και θλίψης[14] και στην άφιξη περίπου 300 Χριστιανών προσφύγων από τη Μικρά Ασία.

[1] Σαν αστακοί.

[2] Διανυκτέρευαν.

[3] Φρούραρχος

[4] Χατζηλίας Χρήστος, (επιμέλεια), Ανέστη Θεοδοσίου, Κώδηξ Ιεράς Εκκλησίας της Κοινότητος Σκαλοχωρίου Άγιος Γεώργιος, έκδοση Συλλόγου Σκαλοχωριτών Λέσβου «Άγιος Γεώργιος», Μυτιλήνη 2005: 47-50.

[5] Βλ. Σταυράκης Αναγνώστου, 1850: 38-41.

[6] Βλ. Αρχείο Γραφείου Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας (Κτηματική Υπηρεσία Ν. Λέσβου) [Α.Γ.Δ.Α.Π.] / Βιβλία 74, 75, 76, 91 (Αγροτικά ακίνητα Σκαλοχωρίου).

[7] Βλ. Α.Γ.Δ.Α.Π./ Βιβλίο 20 (Αστικά ακίνητα Σκαλοχωρίου).

[8] Ενδεικτικά αναφέρεται ότι μετά τα μέσα του 19ου αιώνα εγκαθίστανται στο Σκαλοχώρι, όπου και εργάζονται ως έμποροι, οι οικογένειες του Ηπειρώτη Ηλία Γεωργίου (Ηλία Χατζηλία) και του Κρητικού Νικολάου Εμμανουήλ (Αρχοντονικόλας ή Αρχοντόπουλος). Ο Ηλίας Γεωργίου αναφέρεται ως Χατζής, προσκυνητής στα Ιεροσόλυμα (Χ. Ηλίας Γεωργίου) και ως συνδρομητής στη «Συνοπτική Ιστορία της Λέσβου», έκδοση του 1874, (βλ. Τάξης Σ.Γ., 1874: 50).

[9] Στο Τσαμούρ Λιμάνι είχαν ανεγερθεί και αποθήκες (εκ των οποίων η μία σώζεται μέχρι σήμερα με κτητορική επιγραφή 1889), ενώ μαρτυρείται και η λειτουργία τελωνείου κατά τις περιόδους 1884-1885 και 1886-1887, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική εμπορική κίνηση του επινείου και τη συμβολή του στην οικονομική ζωή του οικισμού (βλ. Ημερολόγιο Νομαρχίας Αρχιπελάγους. Έτος 1301 [1883 – 1884]). Πρβλ. Τάξης Σ.Γ. 1874: 28].

[10] Προφορικές πληροφορίες από συνεντεύξεις με τους Παναγιώτη Σαμαρά, Μιχάλη Βαθρακούλη και Γιάννη Καμπέρο, (Σκαλοχώρι, 25.05.2008). Ιδιαίτερα ο τελευταίος, γεννημένος το 1919, θυμάται «τον κοκκινογένη, τελευταίο Χότζα των Μουσουλμάνων του Σκαλοχωριού, με τη διπλή καδένα στο ρολόι»…και το γραφείο του μουχτάρη (προέδρου) της μουσουλμανικής Κοινότητας «Ιχτιάρ Μεντζελεσί» απέναντι από το Τζαμί. Βλ. και Χατζηλίας Χ., 2005: 73: « …ο Ενεργόν προς ανάγερσιν (σ.σ. του τεμένους), Κάπιος Ενχώριος, Χ#  Ημίν, Έχον και Χαίρων υπόλιψην παρ’ όλης της Νήσου, ήτον ένας από τους Μεγάλους Ιεροίς του Σουλτάνου…». Οι κόρες του Χατζή Χότζα σχετίζονται με ένα θλιβερό γεγονός για την ιστορία του Σκαλοχωριού, όταν «ατιμάστηκαν» από Χριστιανούς, εντόπιους και άτακτους αντάρτες, αμέσως μετά την κατάληψή του χωριού. Μετά την αναχώρησή του στη Μικρασία, ο Χατζή Χότζας Εμίν Εφέντης έγινε φανατικός πολέμιος των Χριστιανών και υπέρμαχος της εξόντωσής τους (προφορική πληροφορία από τον Γιάννη Καμπέρο, Σκαλοχώρι, 25.05.008).

[11] Βλ. Βλάχος Π., Η στρατιωτική Οργάνωση της Λέσβου τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση, Λεσβιακά Ζ΄, 1978: 64-65 και Καμπούρης Ζ. Π., Η Λέσβος τις ημέρες της Απελευθέρωσης, Λεσβιακά Δ΄, 1962: 214.

[12] Βλ. Εφημερίδα Σάλπιγξ, φ. της 15.12.1912 στο http://diglib.ypepth.gr/awweb/main.jsp άρθρο με τίτλο: ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ (;), (δυσδιάκριτο).

[13] Βλ. Προσωπικό Αρχείο Παναγιώτη Παπαδέλλη/Κατάλογος διά τους εν τω χωρίω Σκαλοχωρίου ευρισκομένους πρόσφυγας (1914-1915), κατάστιχα Α΄ και Β΄ με αναφορά και στους τόπους προέλευσης των προσφύγων (Νέα Φώκαια, Κιοσέ Ντερέ, Κιομέτζι, Κιμμέρι, Φρένελη, Αδραμύττι, Αϊβαλί, Μοσχονήσια και Σμύρνη). Πρβλ. και Χατζηλίας Χ., 2005: 51, όπου ο Ανέστης Θεοδοσίου αναφέρει ότι οι πρόσφυγες, περίπου διακόσιοι, στεγάστηκαν σε σπίτια Οθωμανών, που είχαν ήδη εγκαταλείψει το χωριό. Αυτός ίσως ήταν ο αρχικός αριθμός, αργότερα όμως έφτασε περίπου τους χίλιους, με αυξομειώσεις κατά τη διάρκεια της πενταετίας 1914-1919.

[14] Ο Ανέστης Θεοδοσίου (ό. π., 70) αναφέρει ότι στις 30 Σεπτεμβρίου 1923, αναχώρησαν από το Τσαμούρ Λιμάνι, 737 εγχώριοι Οθωμανοί (364 άρρενες και 373 θήλεις), με προορισμό τις Κυδωνίες (Αϊβαλί). Έκτοτε λέγονται πολλά για κρυμμένους θησαυρούς και λίρες των Οθωμανών του χωριού (βλ. συνέντευξη Γ. Καμπέρου, Σκαλοχώρι, 25.05.008). Για τους Χριστιανούς πρόσφυγες του 1923 ο Α.Θ. αναφέρει: «Εφ’ όλων των δυστυχημάτων του αυτού  έτους κακώς οιονώς μας ήλθεν τιαύται σκληραί ημέραι με τόσους πρόσφυγας από διάφορα μέροι  μικράς ασίας έως 300 ψυχών εν τω χωρίον» (βλ. Χατζηλίας Χ., 2005: 66-67).