Το Αφιέρωμα στον συμπατριώτη μας Νίκο Περέλη, με το σημαντικότατο θεατρικό και λογοτεχνικό έργο

Με επιτυχία έγινε την περασμένη Δευτέρα 15 Δεκέμβρη, στο φιλόξενο θέατρο του ΦΟΜ, το αφιέρωμα στη ζωή και το πολύπλευρο έργο του συντοπίτη μας Νίκου Περέλη, που συνδιοργάνωσαν σε αγαστή συνεργασία, οι θεατρικές ομάδες της Μυτιλήνης ΦΟΜ ο Θεόφιλος, ΘΟΜ ΑΣΤΕΓΟΙ,  ΠασπARTτού και  Θεατρικό Εργαστήρι Δήμου Μυτιλήνης, ύστερα από πρόταση και συνεργασία με τους Φίλους Ιστορικής Μνήμης & Πολιτιστικής Δημιουργίας (ΦΙΜΠΟΔ).

Στην τιμητική αυτή εκδήλωση, ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε ή έκταση και η ποιότητα  του έργου του Μυτιληνιού συγγραφέα, σκηνοθέτη και δάσκαλου  Νίκου Περέλη, που έφυγε από τη ζωή στα τέλη του περασμένου Σεπτέμβρη.

Η εκδήλωση που έντεχνα παρουσίασε  η πρόεδρος του «Θ.Ο.Μ ΑΣΤΕΓΟΙ» Ανθή  Σαμαρτζίδου, άρχισε με θερμό χαιρετισμό της συζύγου του τιμώμενου, Ειρήνης Μούρα-Περέλη, περιλάμβανε δε ομιλία από τον Δημήτρη Μπουρνού, εκ μέρους των ΦΙΜΠΟΔ, για τη ζωή και το έργο του Ν. Περέλη, καθώς και ομιλία του σκηνοθέτη Ανδρέα Σεφτελή (ΦΟΜ Θεόφιλος) για τη θεατρική  τέχνη, τους σκοπούς και τους στόχους του  Νίκου Περέλη, που σκηνοθέτησε συνολικά 150 θεατρικά έργα!

Παρουσιάστηκαν με ξεχωριστό τρόπο, τέσσερα χαρακτηριστικά Θεατρικά Αναλόγια, που αν και αποσπασματικά φανέρωσαν το σπουδαίο θεατρικό του έργο. Συγκεκριμένα :

Ο Ανδρέας Σεφτελής από τον ΦΟΜ, ερμήνευσε έναν «καραγκιοζοπαίχτη» από την παράσταση «Η πόλη στον πάτο», με μονόπρακτα των Δημήτρη Κεχαΐδη, Κώστα Μουρσελά και Νίκου Περέλη. Η παράσταση είχε κάνει πρεμιέρα στις 10 Μαΐου του 2007 από την «ΑΛΛΗ ΣΚΗΝΗ»,  σε σκηνοθεσία του Νίκου Περέλη, ενώ τον συγκεκριμένο μονόλογο είχε ερμηνεύσει ο συντοπίτης μας Μπάμπης Αλατζάς .

Η Κωνσταντίνα Τσιριμώνα και ο Θέμις Χατζηλάμπρου από το Θεατρικό Εργαστήρι Δήμου Μυτιλήνης διάβασαν ένα απόσπασμα από το θεατρικό έργο «Η ΣΑΠΦΩ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ» του Νίκου Περέλη. Ο διάλογος εκτυλίσσεται στις Συρακούσες της Σικελίας, στο σπίτι του Κερκύλα και της Σαπφούς, όπου συνομιλούν η Σαπφώ κι ο αδερφός της ο Χάραξος.

Ο Δημήτρης Σπέντζας από τους Άστεγους και ο  Άρης Σπέρκος  από τους ΠασπARTου, ερμήνευσαν έναν ιστορικό διάλογο μεταξύ Κολοκοτρώνη και Οδυσσέα Ανδρούτσου, από το θεατρικό έργου του Νίκου Περέλη «ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΗΣ  ΡΟΥΜΕΛΗΣ».  Οι ίδιοι ερασιτέχνες ηθοποιοί, ερμήνευσαν πολύ παραστατικά έναν διάλογο από το θεατρικό του έργο «Ο Νόμος την Μνήμης». Στον σχεδιασμό της εκδήλωσης και στην επιλογή κειμένων συνέβαλαν οι Στρατής Βλαστάρης (Θεατρικό Εργαστήρι) και Χρήστος Μαλακός (ΑΣΤΕΓΟΙ).

Η εκδήλωση έκλεισε με ένα θαυμάσιο βίντεο για τον τιμώμενο, που δημιούργησαν ο Κώστας Καρατζάς (ΦΙΜΠΟΔ) και ο Σταύρος Πλατσής (Θεατρικό Εργαστήρι), με τις ενότητες : Ο Ηθοποιός – Ο Σκηνοθέτης – Ο Συγγραφέας – Ο Δάσκαλος – Ο Συμπατριώτης μας. Το βίντεο τελείωνε με τον ίδιο τον Νίκο Περέλη να μιλά στους συγκινημένους συντοπίτες μας, για τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στη Μυτιλήνη, για την κατάντια της «πολιτιστικής» βιτρίνας του θεάματος και την ανάγκη «…Να σταθούμε όρθιοι στον …πάτο και να ανεβάσουμε τον πολιτισμό σαν κοινωνική και λαϊκή ανάγκη». Ήταν απόσπασμα από την εκπομπή «Συνέβη στη Λέσβο», που παρουσίασε το 2010, την εκδήλωση του Δήμου Μυτιλήνης, κατά την οποία ο τότε Δήμαρχος Νάσος Γιακαλής, τίμησε με το μετάλλιο της Πόλης τον Νίκο Περέλη. Ο ακούραστος Γιώργος Παπαδόπουλος, όπως πάντα, έκανε ρεπορτάζ και κατέγραψε την εκδήλωση.

Στην αίθουσα υποδοχής του ΦΟΜ λειτούργησε έκθεση των εικοσιενός (!) συνολικά βιβλίων του Νίκου Περέλη, με δικά του θεατρικά έργα, μεταφράσεις θεατρικών έργων καθώς και βιβλίων κοινωνικού προβληματισμού. Τα βιβλία αυτά μπορούν οι ενδιαφερόμενοι συντοπίτες μας να τα βρουν στα βιβλιοπωλεία, αλλά και στη Δημόσια Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης, όπου έχουν δωρηθεί από τον ίδιον τον Νίκο Περέλη αλλά και από τη σύζυγό του.

Προτείνουμε, το τεράστιο έργο του Νίκου Περέλη,  να γίνει αντικείμενο μελέτης για κάθε φιλότεχνο, από τοπικές ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες και συλλόγους του νησιού μας.  Πιστεύουμε ότι η εκτενέστερη γνωριμία  με το έργο του, μπορεί να οδηγήσει σε ανάδειξη και αξιοποίησή του, μέσω εκδηλώσεων ή και θεατρικών παραστάσεων. Όλα τα υλικά του Αφιερώματος, θα αναρτηθούν σύντομα στην Ιστοσελίδα των Φίλων Ιστορικής Μνήμης & Πολιτιστικής Δημιουργίας.

Ραντεβού στα επόμενα, Καλές Γιορτές, Καλή Χρονιά

ΦΙΜΠΟΔ

Καλησπέρα σας κυρίες και κύριοι. Ευχαριστούμε πολύ που μας τιμάτε με την παρουσία σας στην σημερινή μας εκδήλωση – αφιέρωμα στη μνήμη του Νίκου Περέλη, ενός σημαντικού συντοπίτη μας. Μέσω εικόνων και κειμένων θα σας παρουσιάσουμε το πολύμορφο θεατρικό, λογοτεχνικό και κοινωνικό του έργο.

Ο Φιλοτεχνικός Όμιλος Μυτιλήνης ο Θεόφιλος, τον οποίο ευχαριστούμε για την φιλοξενία, η Θεατρική Ομάδα Μυτιλήνης οι Άστεγοι, η Θεατρική Ερασιτεχνική Ομάδα ΠασπARTού και το Θεατρικό Εργαστήρι του Δήμου Μυτιλήνης μετά από προτροπή και με καλή συνεργασία με τους Φίλους Ιστορικής Μνήμης & Πολιτιστικής Δημιουργίας, σας ετοιμάσαμε τούτο το αφιέρωμα στον ξεχωριστό αυτόν συμπατριώτη μας, σαν μια προσπάθεια ευρύτερης διάδοσης και αξιοποίησης της θεατρικής και συγγραφικής προσφοράς του.

Θέλουμε κατ’ αρχάς να ευχαριστήσουμε τη σύζυγο του Νίκου Περέλη, την επίσης Μυτιληνιά Ειρήνη Μούρα-Περέλη, που είναι σήμερα μαζί μας και την καλούμε να μας μιλήσει για τη ζωή μαζί του.

Για την ζωή και το έργο του Νίκου Περέλη θα μας μιλήσει εκ μέρους των Φίλων Ιστορικής Μνήμης & Πολιτιστικής Δημιουργίας, ο Δημήτρης Μπουρνούς.

Θα σας παρουσιάσουμε μια σειρά αναλόγιων από αποσπάσματα των θεατρικών του έργων.

Στο Πρώτο Θεατρικό Αναλόγιο ένας «καραγκιοζοπαίχτης» χαρακτηρίζεται από τον συγγραφέα ως μικρή εμβόλιμη στιγμή, ανάμεσα σε άλλες, στην παράσταση «Η πόλη στον πάτο»,  η οποία αποτελείτο από μονόπρακτα των Δημήτρη Κεχαΐδη, Κώστα Μουρσελά και Νίκου Περέλη. Η παράσταση είχε κάνει πρεμιέρα στις 10 Μαΐου του 2007 από την «ΑΛΛΗ ΣΚΗΝΗ»  σε σκηνοθεσία του Νίκου Περέλη, ενώ τον συγκεκριμένο μονόλογο είχε ερμηνεύσει ο Μπάμπης Αλατζάς .

Διαβάζει ο Αντρέας Σεφτελής από τον ΦΟΜ.

Στο Δεύτερο Θεατρικό Αναλόγιο, η Κωνσταντίνα Τσιριμώνα και ο Θέμις Χατζηλάμπρου από το Θεατρικό Εργαστήρι Δήμου Μυτιλήνης θα σας διαβάσουν ένα απόσπασμα από το θεατρικό έργο «Η ΣΑΠΦΩ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ» του Νίκου Περέλη.

Ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει: «Η  Σαπφώ δεν ήταν μόνο ερωτική. Παρ’ όλη την αριστοκρατική της καταγωγή και τα μπλεξίματα της με τους ακροδεξιούς Μυτιληνιούς, διέθετε έναν χαρακτήρα ίδιον σε δύναμη και πάθος με τον ερωτισμό της. Κι αυτός ο χαρακτήρας την οδήγησε σε πολιτική δράση, σε εξορίες, σε πολιτιστικές πρωτοβουλίες και σε ρήξη με την εξουσία».

Στο απόσπασμα που ακολουθεί είμαστε στις Συρακούσες της Σικελίας, στο σπίτι του Κερκύλα και της Σαπφούς. Συνομιλούν η Σαπφώ κι ο αδερφός της ο Χάραξος.

Για την θεατρική τέχνη και τους στόχους του Νίκου Περέλη, θα μας μιλήσει ο σκηνοθέτης Ανδρέας Σεφτελής.

Το Τρίτο θεατρικό Αναλόγιο είναι ένα απόσπασμα από το θεατρικό έργου του Νίκου Περέλη «ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ».

Βρισκόμαστε στο ξεκίνημα της επανάστασης του 1821. Στον Μοριά. Σε μια μεγάλη κάμαρα στο σπίτι του Δημήτρη Μωραΐτη υπάρχουν ανάκατα τραπέζια, πάγκοι, καρέκλες και κανάτες με ποτήρια του κρασιού. Έχει προηγηθεί μεγάλο τσιμπούσι. Οι καλεσμένοι έχουν αποχωρήσει. Έχουν μείνει μόνο ο Κολοκοτρώνης, ο Οδυσσέας και ο Μωραΐτης. Πιωμένοι, ζαλισμένοι-πότε ευερέθιστοι, πότε σιωπηλοί. Ο Κολοκοτρώνης καταγίνεται με το ταμπάκο του, ο Οδυσσέας με το ναργιλέ του.

Διαβάζουν ο Δημήτρης Σπέντζας από τους Άστεγους και ο  Άρης Σπέρκος  από τους ΠασπARTου.

Ο Άρης και ο Δημήτρης θα σας παρουσιάσουν και το Τέταρτο και τελευταίο για σήμερα θεατρικό αναλόγιο, απόσπασμα από το πιο πρόσφατο θεατρικό έργο του Νίκου Περέλη «Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ».

Διακόσια χρόνια μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας και εβδομήντα χρόνια μετά την ήττα του δημοκρατικού στρατού, βρισκόμαστε στη μικρή σκηνή του Αμφιθεάτρου του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Γεροντολογίας. Ο Μάξιμος και ο Θύμιος, καθηλωμένοι σε αναπηρικά καρότσια με τα πόδια τους σκεπασμένα με κουβέρτες και με μια πατερίτσα κοντά τους, φαίνονται απόκοσμοι. Ζούνε με την ένταση των αναμνήσεων και με την απέχθεια που τους προκαλεί η πραγματικότητα.

Ο γνωστός συμπατριώτης μας Βάσος Βόμβας, μας έστειλε ηλεκτρονική αλληλογραφία που είχε με τον Νίκο Περέλη τα δύο τελευταία χρόνια. Σε μήνυμά του στην Ειρήνη Περέλη, γράφει :

«Και θυμόμαστε, τον ευγενικό θεατράνθρωπο, τον ευαίσθητο στοχαστή, που η καλλιτεχνική του παρουσία, άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμα της, στην θεατρική ζωή του τόπου μας. Γιατί ο Νίκος δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος τού θεάτρου. Ήταν η ολοκληρωμένη μορφή του. Ηθοποιός, σκηνοθέτης, συγγραφέας, διανοούμενος, με την πληθώρα των γραπτών του, άφησε μια σπάνιας μορφής κληρονομιά, στον χώρο που τόσα χρόνια πιστά υπηρέτησε».

Τον ευχαριστούμε που το μοιράστηκε μαζί μας.

Η εκδήλωση μας κλείνει με την προβολή βίντεο και διαφανειών από το πολύπλευρο έργο του Νίκου Περέλη, σε επιμέλεια του Κώστα Καρατζά που είναι μέλος των Φίλων Ιστορικής Μνήμης & Πολιτιστικής Δημιουργίας και των Αστέγων, και του Σταύρου Πλατσή από το Θεατρικό Εργαστήρι Δήμου Μυτιλήνης.

Σας  ευχαριστούμε  θερμά  για  την  συμμετοχή σας. Αν κάποιος ή κάποια θέλει να προσθέσει κάτι, με χαρά να τον ακούσουμε μετά την προβολή.

Για τη ζωή και το έργο του Νίκου Περέλη–Δημήτρης Μπουρνούς

Η  ζωή του συντοπίτη μας Νίκου Περέλη, είναι αλληλένδετη με το πλούσιο έργο του, ως ηθοποιού, ως σκηνοθέτη, ως συγγραφέα, ως λογοτέχνη, αλλά  και  ως μεταφραστή σημαντικών θεατρικών έργων.

Καταπιάστηκε με όλα τα παραπάνω, πάντα από κοινωνική σκοπιά, προσπαθώντας να μεταδώσει στους συνεργάτες, στους θεατές και στους αναγνώστες του, την κοινωνική – πολιτιστική δημιουργία, που διεγείρει συνειδήσεις. Αντιτάχθηκε σθεναρά στη βιτρίνα του θεάματος που αποκοιμίζει, στις επιχειρηματικές δημόσιες σχέσεις επιτήδειων, στα πρόσωπα που εκμεταλλεύονται τους καλλιτέχνες για να παρατείνουν την εξουσία τους.

Σε αυτήν τη στάση ζωής τον οδήγησε ο χαρακτήρας που άρχισε να διαμορφώνει από τα παιδικά του χρόνια στη Μυτιλήνη. Γεννήθηκε τον Μάρτη του 1940 παραδίπλα από την πλατεία Αλυσίδας, στην οδό Γεωργίου Βοστάνη 18. Πατέρας του ήταν ο γνωστός μυτιληνιός Ασημάκης Περέλης, υπάλληλος-λογιστής στο Επιμελητήριο Λέσβου, ενώ μητέρα του ήταν η  Ευαγγελία  Χαραλαμπίδου, με καταγωγή από την Ικαρία και την Κρήτη.

Στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Κώδικας της Μάσκας» διαβάζουμε πολλά για τα παιδικά του χρόνια, αλλά  μαθαίνουμε πιο πολλά για τη ζωή στη Μυτιλήνη στις πολύ δύσκολες  δεκαετίες του ’40 και του ’50. Τον περασμένο Σεπτέμβρη, λίγο πριν τον θάνατό του, ο Νίκος έκανε τις τελευταίες διορθώσεις στην επικείμενη επανέκδοση του βιβλίου του, με τον νέο τίτλο «Φως και Σκοτάδι στον χώρο των θαυμάτων».

Μικρό παιδάκι ακόμα, τον εντυπωσίαζε μια πρωινή ηλιαχτίδα που έμπαινε από το παράθυρο της κουζίνας και προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του για να την… πιάσει. Μερικές εικόνες από τη παιδική του μνήμη ή από τις διηγήσεις των μεγάλων ήταν: μια ομάδα γερμανών στρατιωτών, που  τραγουδούσε εμβατήρια και εκείνος κρυβόταν, ο τσιριχτός βόμβος των στούκας που σφυροκοπούσαν τον Καρά-Τεπέ, εκτελέσεις συνανθρώπων από τους γερμανούς κατακτητές, έναν δωσίλογο που σκότωσαν στο Μακρύ Γιαλό, ανθρώπους πεταμένους και στοιβαγμένους στις φυλακές, κρύο, πείνα, τρεχαλητά και κυνηγητά, η μυρωδιά της ψητής σαρδέλας στο μαγκάλι, η μυρωδιά της λαχανίδας… Και μετά την Κατοχή πώς τον πήρε το εαμικό κύμα μιας θυμωμένης  ανθρωποθάλασσας φτωχοντυμένων, που κατέβαινε από τα Πυργέλια προς το κέντρο της πόλης, σαν σκηνή από ταινία του Αϊζενστάιν! Περιγράφει πολύ παραστατικά, πως του άρεσαν οι τις μαθητικές παραστάσεις στο 7ο Δημοτικό, πως απεχθανόταν τις βίαιες άδικες τιμωρίες, πως συνήθισε να βλέπει νεκρούς και νεκροταφεία, μπαίνοντας στη συμμορία που έβγαζε χαρτζιλίκι από τα εξαπτέρυγα και έτσι όπως λέει «…καταλάβαμε πολύ γρήγορα ότι όλα γίνονται χώμα κι έτσι μάθαμε να εκτιμάμε τη ζωή και να αγαπάμε τον άνθρωπο, τα ζώα και τη φύση…». Σε εκείνα τα δύσκολα και φοβισμένα χρόνια, οι κινηματογράφοι Ορφέας, Σαπφώ και Αρίων, ήταν όπως γράφει, «καταφυγή, παρηγοριά, παραμύθι, άλλοθι μιας ζωής μουντής, σκοτεινής, γεμάτης αυταρχισμό, σιωπή και ψευτιά, αλλά ταυτόχρονα εξοικείωση με τα εγγλέζικα, μονόπλευρες ιδεολογίες, πλύση εγκεφάλου, χειραγώγηση σε ξένα, ψεύτικα και ανώφελα πρότυπα, με εξαίρεση μερικά καλά  κοινωνικά έργα…».

Για τις έντονες οι κοινωνικές ανισότητες γύρω του, γράφει : «…φτωχικά χαμόσπιτα, δίπλα σε επιβλητικά αρχοντικά με τεράστιους κήπους, αυλές και σκάλες μαρμάρινες, δέντρα, φοίνικες, σκυλιά ράτσας, υπηρέτριες, κουβερνάντες, υψηλούς επισκέπτες…».

Ένας άλλος κόσμος τού ανοίχθηκε μέσα  από τη μικρή βιβλιοθήκη του πατέρα του, όπου πρωτογνώρισε τον Παπαδιαμάντη, τον Ροΐδη, τον Λουντέμη, τον Σουρή, τον Βενέζη, τον Ουγκώ, τον Τουέιν, τον Ίψεν, τον Στρίνμπεργκ, τον Γκαίτε, τον Παλαμά… Όλοι αυτοί τον έπεισαν ότι αξίζει να αγκαλιάσεις ένα βιβλίο και να ξεχαστείς.

Θυμάται όμως και τους δασκάλους που άναβαν μια σπίθα στους μαθητές τους, όπως ο Στρατής Παρασκευαΐδης και ο Θανάσης Τσερνόγλου που τον οδήγησαν στην Δημοτική Βιβλιοθήκη, όπου βρήκε τον Εφταλιώτη, τον Ρίτσο, τον Σεφέρη. Λέει για τον Απόστολο Αποστόλου πως « χάραξε την εικόνα του στην συνείδησή μου,  είχα δε την τύχη να τον συναντήσω δυο-τρείς φορές το 1956, και να μάθω από αυτόν τον σοφό δάσκαλο μερικές αλήθειες, που μου έγιναν μπούσουλας στην παραπέρα πορεία μου».

Όταν πολλοί συνομήλικοί του έτρεχαν στα κατηχητικά, στα λυκόπουλα και στα γήπεδα, ο Νίκος Περέλης ανακάλυψε τον Φιλοτεχνικό όμιλο «Μπουρίνι» που ήταν μια ανάσα, μια αγκαλιά, ένα μικρό φως μέσα στη σκοτεινιά και την ερημιά των ημερών εκείνων. Παρόλο που δεν έβρισκε όσα θα ήθελε, τού δόθηκε η ευκαιρία να αναδείξει το θεατρικό του ταλέντο, που το διέκρινε και ο Ηλίας Βενέζης όταν τον είδε να παίζει  στην «Γαλήνη», με  το «Μπουρίνι». Ο  Βενέζης ήταν που τον συμβούλευσε να σπουδάσει στη σχολή του Κάρολου Κουν ή στο Εθνικό Θέατρο.

Καθοριστικό  και το φροντιστήριο που του έκανε άλλος ένας σοφός δάσκαλος, ο Βασίλης Αρχοντίδης, για να περάσει σε δραματική σχολή.

Για την μέρα που έφυγε από τη Μυτιλήνη για την Αθήνα, γράφει: «Ήταν φθινόπωρο του 1959 καθώς το καράβι έστριβε από την Κράτηγο ανεπαίσθητα κι απομακρυνόταν από το νησί, ένα πελώριο κύμα έσκασε ξαφνικά στα πλάγια και το ταρακούνησε. Όλο το νησί σκαμπανέβασε και κυκλώθηκε από την υγρασία, σκοτείνιασε. Ακουμπισμένος στην κουπαστή, ένιωθα να με ραμφίζει στο κρανίο ένα αρπαχτικό πουλί, η ψυχή μου δενόταν κόμπος. Πού πάω – σκεφτόμουν – πάω εκεί που πρέπει; Είναι αυτός ο προορισμός μου; Τι θέλω να πετύχω; Ό,τι κι αν κάνω, θέλω να γυρίσω πίσω, να δώσω χαρά σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο κόσμο της βιοπάλης, του μόχθου, να τον ξεσηκώσω, να του χαρίσω ελπίδα. Μα αυτό είναι πράξη πολιτική, δεν είναι θέατρο. Σκέφτομαι λάθος, Αντιπαθώ τον ελληνικό κινηματογράφο και τους ανόητους «ζεν πρεμιέ», τρομοκρατούμαι με την ιδέα του παρασκηνίου, των φωτογραφιών, των περιοδικών, των συνεντεύξεων. Δεν είμαι ο άνθρωπος των δημοσίων σχέσεων. Πώς μπορεί κανείς να μπει στο δρόμο που βρίσκεται ο Κατράκης, ο Μινωτής, η Παξινού, ο Κωτσόπουλος; Τι πρέπει να κάνω; Από πού πρέπει ν’ αρχίσω: Όλες οι διαδικασίες μού είναι άγνωστες, περπατάω προς έναν δρόμο που θέλει κότσια, αντοχές, έτσι μου έχουν πει- δύσβατο. Δεν έχω τίποτα, είμαι μόνον εγώ, εγώ μ’ εμένα.

Πορεύομαι αγκαλιά με το πατάρι του Δημοτικού σχολείου, με τις αναιμικές εμπειρίες του Μπουρινιού και μ’ έναν διάβολο που με σπρώχνει, χρόνια τώρα, να μπω στο θέατρο, σα να λέω θα μπω στο σπίτι μου. Πώς; Γιατί; Πού βρίσκω το κουράγιο και τη σιγουριά, εγώ ο κλειστός και φοβικός, που τα σωθικά μου αναστατώνονται και ταλαιπωρούνται με το παραμικρό; Πώς θα μπω σ’ έναν άγνωστο δρόμο, που μόνο η φαντασία μου τον ορίζει; Πώς θα παλέψω με κάτι που δεν γνωρίζω, δεν γνωρίζω τον αντίπαλο, δεν γνωρίζω το είδος του αντιπάλου και δεν καταλαβαίνω γιατί να υπάρχει αντίπαλος. Μου είπανε ότι στο θέατρο είναι όλοι εναντίον όλων. Είναι αδύνατο να το κατανοήσω. Νιώθω πως χρειάζομαι έναν ειρηνικό περίγυρο, που θα αγκαλιάσει με στοργή αυτό που είμαι και θα με βοηθήσει να καταλάβω τους νόμους της θεατρικής πράξης».

Έδωσε εξετάσεις και πέρασε και στο Εθνικό Θέατρο και στο Θέατρο Τέχνης. Προτίμησε να σπουδάσει στη δραματική σχολή του Εθνικού. Άρχισε να παίζει ως ηθοποιός, συνέχισε  ως συνιδρυτής του θεάτρου Νέας Ιωνίας, το 1965 και στη διάρκεια της δικτατορίας, προσπάθησε να δημιουργήσει θεατρικό αντίλογο, με την θεατρική Ομάδα «Κύκλος» που παρά την αποδοχή της κριτικής και του κοινού, φιμώθηκε από τη λογοκρισία και τις κλήσεις στην Ασφάλεια.

Για την γνωριμία του με την Ειρήνη Περέλη το 1966, αφηγείται τα έντονα αισθήματα και συναισθήματα που ένιωσε καταλήγοντας:

«Μ’ αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή, ανταποκρίθηκε σε κάθε προσδοκία μου, τύλιξε γύρω μου ένα δίχτυ προστασίας και ασφάλειας. Χωρίς την παραμικρή εμπειρία από το Θέατρο, κατάφερε αμέσως να δημιουργήσει την αίσθηση του σοβαρού διαλόγου στα προβλήματα που αντιμετώπιζα. Ήταν μια ξαφνική όαση στην έρημο που εξερευνούσα. Ο σταθερός της χαρακτήρας με απέτρεψε από το να την παρασύρω σε οποιαδήποτε κακοτοπιά. Μ’ αγκάλιασε, με στήριξε, μου χάρισε με γενναιότητα την ζεστασιά του οικογενειακού καταφυγίου…».

Για μιαν επιστροφή του στη Μυτιλήνη το 1968  γράφει :

«Βέβαια ήταν φυσικό να νιώθω περίεργα συναισθήματα όταν βρέθηκα με την «Αυλαία Τέχνης» στη Μυτιλήνη, για πρώτη φορά ύστερα από την αναχώρησή μου για τη Δραματική σχολή. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της δικτατορίας, τα νωπά τραύματα από το Θέατρο Νέας Ιωνίας και από τον Κουν μ’ έκαναν να νιώθω σαν λαβωμένο πουλί που ξαναβρίσκει τη φωλιά του. Ήμουνα συγκινημένος κι αυτό άγγιξε τους συμπατριώτες μου, που με χαϊδολόγησαν ζεστά και τρυφερά: «Ο Νίκος Περέλης κατόρθωσε να μας συναρπάσει. Μπόρεσε να μας μεταδώσει τη γεύση της αποτυχίας και του λάθος δρόμου που είναι διάχυτη σ’ όλα τα έργα του Τσέχωφ. Και δίκαια χειροκροτήθηκε πολύ» έγραφε ο «Δημοκράτης». Η ζεστή ανάσα των θεατών του Δημοτικού Θεάτρου, εκείνο το βράδυ, με παρηγόρησε και μου ‘δωσε κουράγιο για παραπέρα».

Φεύγοντας από την Ελλάδα της Χούντας κατέφυγε στο Κεμπέκ του Καναδά όπου σπούδασε στο παν/μιο LAVAL, δίδαξε στο Κονσερβατουάρ και σκηνοθέτησε αρχαίο δράμα, τις «Τρωάδες», σε μετάφραση Σαρτρ, την «Εκάβη» του Ευριπίδη, σε μετάφραση Γκυ Ζενέ) και τα νεοελληνικά έργα οι «Μουσικοί» του Γ. Σκούρτη, σε μετάφραση Ρένας Κοντογιάννη και το «Χάσαμε τη θεία στοπ» του Γ. Διαλεγμένου, σε μετάφραση Ζακ Μπουσάρ). Η δημιουργία του «Theatre Populaire de L’ Ave. du Park» στο Μόντρεαλ, με τη συνεργασία Ελλήνων φοιτητών και γαλλόφωνων καλλιτεχνών, ήταν ένας ισχυρός πολιτισμικός αντίλογος ενάντια στην δικτατορία, που δεν την άφησε αδιάφορη. Οι παραστάσεις του έδωσαν το στίγμα της καταπίεσης και της βαναυσότητας που βασίλευε στη χώρα μας. Συνεργάστηκε, επίσης, με το Radio Centreville, όπου σε μόνιμη εκπομπή μετέδιδε νεοελληνικά κείμενα, ποίηση και θέατρο (Ρίτσος, Βάρναλης, Σολωμός, Κεχαΐδης, Κάλβος κ.α.)

Το 1977 επέστρεψε στην Ελλάδα και συνεργάστηκε με το Κρατικό θέατρο Βόρειας Ελλάδας, όπου σκηνοθέτησε τον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρέχτ, τον «Χορό του Λοχία Μασγκρέηβ» του Άρντεν, τους «Παλαιστές του Καρρά», τα «Παντρολογήματα» του Γκόγκολ, το «Ένας μήνας στην εξοχή» του Τουργκένιεφ κ.α.

Στη συνέχεια σκηνοθέτησε στο Εθνικό Θέατρο την «Ανάκριση» του Πέτερ Βάις, την «Εκάβη» του Ευριπίδη, στους «Δεσμούς» της Ασπασίας Παπαθανασίου, στο Ηρώδειο (φεστιβάλ Αθήνας) την «Ιφιγένεια στην Ταυρίδα» με την Έλσα Βεργή, στο Φεστιβάλ Επιδαύρου τον «Ιππόλυτο» με το Εθνικό Θέατρο, την «Ταραντέλα» του Σκαρπέτα στο θέατρο Καισαριανής-κ.α.

Συνολικά σκηνοθέτησε στα κρατικά, στα δημοτικά και στο ελεύθερο θέατρο περί τα 150 έργα, από το 1965 μέχρι το 2010 και συνέχισε.

Σκηνοθέτησε αρχαίο δράμα (κυρίως έργα του Ευριπίδη) στην Επίδαυρο, Ηρώδειο, Λυκαβηττό, στο Κεμπέκ, στην Αρχαία αγορά, στην Πειραματική του Εθνικού Θεάτρου, στο Φεστιβάλ Φιλίππων-Θάσου (Τρωάδες-Εκάβη-Ιφιγένεια στην Αυλίδα-Ιφιγένεια στην Ταυρίδα, Ορέστης, Ηλέκτρα, Ιππόλυτος) και σε επαρχιακές περιοδείες.

Το 1983 δημιούργησε το «θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου» στο κέντρο της Αθήνας, όπου ανέβηκαν έργα Στρίντμπεργκ, Ίψεν, Μολιέρου, Γουέσκερ, Περέλη κ.α. ενώ το 1984 ανέλαβε, παράλληλα, το Δημοτικό θέατρο Πάτρας και το 1987-1990 το Δημοτικό θέατρο Ιωαννίνων, όπου προσπάθησε να ανατάξει το εργασιακό και καλλιτεχνικό επίπεδο και να στρέψει την παρακμιακή ρουτίνα, σε δημιουργικούς στόχους. Στα Δημοτικά θέατρα σκηνοθέτησε Σαίξπηρ, Ευριπίδη, Αναγνωστάκη κ.α.

Δίδαξε θέατρο και στη Σχολή Κατσέλη, στη Σχολή του ΚΘΒΕ, στο εργαστήρι του Εθνικού και στη Σχολή Βεάκη.

Ως ηθοποιός έπαιξε σποραδικά και κατ’ εξαίρεση: τον Μπόργκμαν (Ιψεν) στην Πειραματική του Εθνικού Θεάτρου, τον Κρόγκσταντ (Νόρα-Ίψεν) στο θέατρο της 3ης Σεπτεμβρίου, τον Χαμ (Τέλος του παιχνιδιού-Μπέκετ) στο θέατρο Πολιτεία, τον Στόκμαν (Εχθρός του Λαού-Ίψεν) στο θέατρο της Ημέρας, τον Αδάμ (4 εποχές-Γουέσκερ) στο θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου.

Το 1995 πρότεινε στο Εθνικό Θέατρο τη δημιουργία της ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ, που με τον «ΑΔΕΙΟ ΧΩΡΟ» και το «ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΗΘΟΠΟΙΩΝ» απετέλεσαν (για πρώτη φορά στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου) μια τρισυπόστατη υποδομή άσκησης, έρευνας και δημιουργίας, νέων, κυρίως, θεατρανθρώπων, με την συνεργασία έμπειρων δασκάλων (Πανεπιστημιακοί, σκηνοθέτες, θεατρολόγοι, γλωσσολόγοι, συγγράφεις, κριτικοί κ.α.). Με την πρωτοβουλία του και τη διευθυντική του ιδιότητα, για πέντε χρόνια, στήριξε και ανέδειξε το εγχείρημα σε θεσμικό επίπεδο, μέχρι το 2001, όταν η γνωστή γάγγραινα το αποστείρωσε, αντικαθιστώντας το μ’ έναν «θίασο παραστάσεων», διατηρώντας ως καρύκευμα τη δομή και τους στόχους του.

Το 1983 και το 1992 έλαβε από το Υπουργείο Πολιτισμού, το κρατικό βραβείο θεάτρου με τα έργα του «Η φελάχα Γιουλαλάμ» και «Η Μοναξιά των σκουληκιών». Το 2010 τιμήθηκε από την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Μυτιλήνη, με το μετάλλιο της Πόλης.

Τα πολλά βιβλία που έγραψε, με θεατρικά του έργα, μεταφράσεις σημαντικών θεατρικών έργων, αλλά  και λογοτεχνικά με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, τα εκθέτουμε στην εξωτερική αίθουσα, αλλά  θα προβληθούν και στο βίντεο των Κώστα Καρατζά και Σταύρου Πλατσή,  που ακολουθεί.

Α. ΘΕΑΤΡΟ: Το «Αστραπόβροντο» εξαντλημένο (Λαϊκό θέατρο Θεσσαλονίκης 1978). Η «Μπόμπα» εκδόσεις Δωδώνη (θέατρο Αναλυτή 1981, θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου 1984, Δημοτικό Ρόδου 1984, EPT 1984). Η «Φελάχα Γιουλαλάμ» εκδόσεις θεμέλιο, εξαντλημένο (θέατρο 3ης Σεπτεμβρίου 1983, ΕΡΤ 1984). Η «Μοναξιά των Σκουληκιών» εκδόσεις Δωδώνη (Εθνικό Θέατρο1994). Το «Τελευταίο μήνυμα» εκδόσεις Δωδώνη (θέατρο Εντροπία 2005). Η «Χώρα στον πάτο» εκδόσεις Δωδώνη (θέατρο της Ημέρας 2007). Η «Πόλη στον πάτο» εκδόσεις Αγγελάκη (θέατρο Λύχνος 2014). Η «Μπόμπα» (γ’ γραφή) εκδόσεις Δωδώνη (θέατρο Παραμυθίας 2019). «Συμβόλαιο τιμής» εκδόσεις Δωδώνη. «Η επιστροφή της Φελάχας» εκδόσεις Αγγελάκη 2017. «Σαπφώ» εκδόσεις Αγγελάκη 2021. «Οδυσσέας το λιοντάρι της Ρούμελης» εκδόσεις Αγγελάκη 2021. «Ο νόμος της μνήμης» εκδόσεις ΟΤΑΝ-2022.

Β. Άλλα βιβλία: «Υπόγειος χώρος» εκδόσεις Προσκήνιο 2002. «Ο Κώδικας της Μάσκας» εκδόσεις Προσκήνιο 2010. Η «Διαθήκη του Αχιλλέα» (διηγήματα) εκδόσεις Αγγελάκη 2014. «Το θέατρο ως κύτταρο παιδείας και πο-λιτισμού και ως κατανάλωση» εκδόσεις Αγγελάκη 2014. Γ. Μεταφράσεις: Στρίντμπεργκ «Μητρική Στοργή Μπροστά στο θάνατο» (Δωδώνη). Ίψεν «Όταν εμείς οι νεκροί ξυπνήσουμε» (Δωδώνη) Γκολντόνι «Ο ψευταράς» (Δωδώνη). Σκαρπέτα «Ταραντέλα» (Δωδώνη) Στρίντμπεργκ «Ο χορός του θανάτου» (Αγγελάκης). Άρντεν «Ο χορός του λοχία Μασγκρέηβ» (Αγγελάκης), Ίψεν «Νόρα» (ανέκδοτη), Ίψεν «Γιον Γκάμπριελ Μπόρκ-μαν» (Αγγελάκης), Τζόϋς «Εξόριστοι» (Δωδώνη), Ίψεν «Ο εχθρός του λαού» (Αγγελάκης). Τσέχωφ «Ο Αρκούδος» Αγγελάκης). (Όλες οι μεταφράσεις σε συνεργασία με την Ρένα Κοντογιάννη).             

 Τα τελευταία δέκα χρόνια προσέφερε βοήθεια σκηνοθετική και όχι μόνο, σε διάφορες ομάδες πρώην μαθητών του  καθώς και νέων παιδιών και  δεν ανέφερε το όνομά του σε κανένα πρόγραμμα, ούτε ως σκηνοθέτης, ως μεταφραστής και ως δάσκαλος στα σεμινάρια που έκανε δωρεάν.

Παράλληλα κυκλοφόρησαν  τα καινούρια έργα του «το Δέντρο της μνήμης», επανεκδόθηκε ο  «Υπόγειος χώρος», «Το τραίνο της μεγάλης σφαγής» και η μετάφραση του Αρκούδαρου του Τσέχωφ.

Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες για το έργο του Νίκου Πέρέλη. Αθάνατος !!!

Ο Νίκος Περέλης, σκηνοθέτης, ηθοποιός και συγγραφέας, γεννήθηκε στη Μυτιλήνη το 1940.

Σπούδασε θέατρο στη σχολή του Εθνικού Θεάτρου,  συνέχισε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο LAVAL του γαλλόφωνου Καναδά  και παρακολούθησε ειδικά σεμινάρια σε πολλές χώρες (1970-1977).

Επιστρέφει το 1977 στην Ελλάδα οπότε και ξεκινά η μεγάλη του πορεία στα Ελληνικά πράγματα.

Αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο θέατρο σαν ένας σύγχρονος ασκητής … με αυταπάρνηση …. και με ανιδιοτέλεια όποτε του εζητείτο η αρωγή του.

Αν θα υπήρχε μια λέξη που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει και να συνοψίσει τη σχέση του με το θέατρο αυτή είναι η λέξη : πάθος !!!! …..καθόλου τυχαίο βέβαια που αυτήν την λέξη την συναντούμε και στην αρχαία τραγωδία !

Επέλεξα αντί να μιλήσω εγώ για τον Νίκο Περέλη , να κοινωνήσω τα δικά του λόγια αποθησαυρίζοντας μέρη από τα γραπτά του και τις συνεντεύξεις του.

Τα θέματα στα οποία αναφέρεται ο Ν. Περέλης είναι θέματα μέγιστου ενδιαφέροντος για ηθοποιούς, σκηνοθέτες ή θεωρητικούς… Είναι θέματα – αφορμές για συζητήσεις επί της ουσίας ή για συγγραφή θεατρολογικών βιβλίων ….  θέτουν ερωτήματα αγωνίας ενός ανθρώπου που δεν ασχολήθηκε με το θέατρο απλά για να κάνει παραστάσεις,  αλλά έσκαψε βαθιά σε όλη του τη ζωή για την πραγματική διάσταση του θεατρικού γίγνεσθαι,  και για τις ανθρώπινες σχέσεις που πραγματώνονται διαχρονικά μέσα από αυτό, τόσο σε επίπεδο  Ελληνικότητας  όσο και σε  Οικουμενικό .

  • Αποσπάσματα από συνέντευξη στον Δημήτρη Γκιώνη στην Εφημερίδα  «Ελευθεροτυπία» το 2001,  

ο οποίος (Γκιώνης) ξεκινά τη συνέντευξη με την εξής εισαγωγή :

Το 1996 ο Ν.Π. πρότεινε στο Εθνικό Θέατρο τη δημιουργία της Πειραματικής Σκηνής, την οποία οργάνωσε και διεύθυνε μέχρι το καλοκαίρι του 2001. Οι στόχοι και η πολυσχιδής δραστηριότητα της Πειραματικής Σκηνής, περιγράφονται λεπτομερώς στο βιβλίο του Ν.Περέλη “Υπόγειος Χώρος

Τα πέντε της χρόνια συµπληρώνει φέτος η Πειραµατική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Πέντε χρόνια που κατά τον υπεύθυνό της σκηνοθέτη Νίκο Περέλη µμεταφράζονται σε 42 συνολικά παραγωγές, σε πλήθος συνεργασίες µε σκηνοθέτες, πανεπιστημιακούς, θεατρικές οµάδες και νέους δηµιουργούς, και κυρίως σε «σοβαρή και κεκλεισµένων των θυρών δουλειά υποδοµής» στην Πειραµατική Σκηνή, στα Εργαστήρια Ηθοποιών και στον Άδειο Χώρο.

Την ίδια στιγμή, αυτό το «κεκλεισµένων των θυρών» γίνεται αιτία για την άσκηση µιας κριτικής από ορισµένους που µιλούν για µεγάλη εσωστρέφεια, ελάχιστο κοινό κ.α.

Έχουμε συνηθίσει την έννοια του πειραματισμού στο νεοελληνικό θέατρο προς μια άλλη κατεύθυνση: άσκηση σώματος, Γκροτόφσκυ, γερμανικό θέατρο, θέατρο Νο κ.α. Οι δικές σας αναζητήσεις ποιες είναι;

Δεν θα γυρίσουµε την πλάτη σε οτιδήποτε πειραµατικό γίνεται στο θέατρο. Δεν θα κάνουµε ούτε τους κουφούς ούτε τους τυφλούς. Έχω την εντύπωση όµως ότι παρακάναµε τους έξυπνους, µε τις αντιγραφές. Είναι ίσως και ανόητο να σκεφτόµαστε πώς θα ανεβάσουµε την αρχαία τραγωδία κατά τον καλύτερο γερµανικό ή κατά τον καλύτερο γιαπωνέζικο τρόπο, αρκετά ως εδώ. Οι Γιαπωνέζοι πήραν από εµάς την τραγωδία, την εξιαπωνίσανε, αν µπορώ να πω αυτή τη λέξη, οι Γερµανοί την εκγερµανίσανε. Προσπαθώντας µέσα από τη δικιά µας την Ιστορία ν’ ανακαλύψουν τους εαυτούς τους, την ιστορία τους, και τις δικές τους συσχετίσεις για να µπορέσουν να επικοινωνήσουν. Εµείς ας δούµε πια από τη δική µας την πολιτιστική παρακαταθήκη πώς θα ανιχνεύσουµε στοιχεία που θα µας χρησιµεύσουν σαν εργαλεία για καινούργιες έρευνες».

Ποια είναι τα στοιχεία ενός έργου που ενδιαφέρουν ένα Θέατρο µε πειραµατική κατεύθυνση;

Ένας καινούργιος τρόπος γραφής, πιθανότατα ένα κείµενο που απαιτεί µια καινούργια επανατοποθέτηση του ηθοποιού πάνω στη σκηνή. Σήµερα θεωρούµε δεδοµένο πια να µην ασχολείται ο ηθοποιός µόνο µε την ψυχολογία του ρόλου, αλλά να έχει και τα εκφραστικά του µέσα σε πλήρη ετοιµότητα. Κείµενα που δίνουν τέτοιους ερεθισµούς, τα θεωρούµε πειραµατικού ύφους, όπως τα παλιότερα κείµενα που µας δίνουν τη δυνατότητα να τα µεταπλάσουµε, να τα αναµορφώσουµε µέσα στις καινούργιες σκηνικές συνθήκες, κι εδώ βρίσκεται και η λογική της χρησιµοποίησης της «Τρισεύγενης». Πρόθεση του Εθνικού Θεάτρου επίσης είναι να µη στηριχτεί στα πυροτεχνήµατα, στην έµπνευση της µιας στιγµής και ενός ανθρώπου, αλλά να δώσει τις δυνατότητες σε µια καινούργια γενιά να ασχοληθεί µε το πείραµα και τη θεατρική εξέλιξη».

Εννοείτε ότι οι αναζητήσεις που γίνονται στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο έχουν σχέση µε πυροτεχνήµατα;

«Μεγάλη σχέση, αλλά ανάµεσα στα πυροτεχνήµατα κρατάµε και καρπούς. Δυστυχώς δε νοµίζω ότι αυτοί οι καρποί είναι αρκετοί και τόσο πολύτιµοι για να πούµε ότι έχουµε πραγµατικό πειραµατισµό στην Ελλάδα. Δεν δηµιουργούµε παράδοση, ο καθένας κάνει κάτι, µια προσπάθεια, και τελειώνει εκεί. Το Εθνικό θέατρο έχει τη δυνατότητα να δηµιουργήσει την παράδοση αυτή, ν’ ανοίξει δρόµο που θα ακολουθηθεί και δε θα σταµατήσει».

  • Ήχος και Εικόνα στη θεατρική αναπαράσταση

Αποσπάσματα Συνέντευξης στο Περιοδικό «Πρόταση» το 1998

Ο πρώτος ήχος στο θέατρο είναι η σιωπή. Η πολυσηµία της θεατρικής σιωπής, δηµιουργεί σκηνικό γεγονός, που παράγει δράση και ζωή. Ο ουσιαστικός, όµως, θεατρικός ήχος είναι ο Λόγος. Η εναλλαγή Λόγου και Σιωπής, είναι µια ηχητική και µουσική παρτιτούρα, που αναγάγει το θεατρικό δρώµενο σε Συµφωνία (και πολλές φορές σε παραφωνία).

Το θέατρο είναι ο καθρέφτης της κοινωνίας, αντανακλά την εικόνα της. Συνθέτει και παρουσιάζει την εικόνα του πολιτισμού, μέσα στο οποίο γεννιέται και δρα. Η εικόνα της θεατρικής αναπαράστασης, λειτουργεί ως μέσον αυτογνωσίας των πολιτών και διαμορφώνει συνειδήσεις. Η Συνείδηση που δημιουργεί το θέατρο, πραγματώνεται µέσα από τον ήχο, δηλαδή µε την καλλιέργεια της Γλώσσας και µε τη συντήρηση της Μνήμης, από τη µια µεριά – και από την άλλη, µε την ένωση του σώµατος και της ψυχής του ηθοποιού. Η καταλυτική εικόνα της θεατρικής αναπαράστασης, είναι ο ηθοποιός επί σκηνής. Το σώµα του ηθοποιού, είναι το κυριαρχικό σηµείο κάθε θεατρικής εικόνας. Η εικονικότητα είναι το βασικό χαρακτηριστικό κάθε θεατρικού σηµείου, που στηρίζεται στη βασική εικόνα του σώµατος και στη φωνή του ηθοποιού.

Αυτό ισχύει κυρίως, για τα οπτικά σηµεία του παραδοσιακού αστικού θεάτρου της ψευδαίσθησης.

Ο ήχος και η εικόνα στο θέατρο είναι «γλώσσες», σηµειακά συστήµατα, για να επικοινωνούν τα δυο µέρη, η σκηνή και η πλατεία. Για να δημιουργηθεί θεατρική κοινότητα, πρέπει καλλιτέχνες και θεατές κάπου να συναντιόνται. Το θέατρο ως πολιτική – κοινωνική- καλλιτεχνική πράξη, είναι σύναξη, συνύπαρξη, ανταλλαγή, συνεργασία. Ενώνει τους πολίτες. Στο θέατρο η Πόλις είναι παρούσα. Δεν µπορεί κανείς να αγνοήσει την οντότητα και ολότητα των δυο µερών, που περιέχουν στοιχεία που τείνουν να γίνουν ένα. Αυτή η ενότητα, επιτυγχάνεται µε πολλούς τρόπους, κυρίως, όµως, µε τον ήχο, µε τον Λόγο………

Δηµιουργός στο θέατρο είναι αυτός που παίρνει έναν ήχο, ένα όνειρο, µια σκέψη και τα κάνει πραγµατικότητα, τα εικονοποιεί και τα τοποθετεί σε δράση και σύγκρουση. Μ’ αυτόν τον τρόπο δηµιουργεί µια νέα πραγµατικότητα, που είναι ένας σοβαρός Λόγος για να επικοινωνήσουμε µε τους άλλους.

Αν υποφέρουµε από το γεγονός, ότι το θέατρο είναι κάτι προσωρινό και φθαρτό (ως παράσταση), παρηγοριόµαστε από τη δυναµική που έχει να πείθει και να οδηγεί, µέσα από τη Φαντασία, το Λόγο και την Εικόνα, στα λημέρια της εθνικής συνείδησης και του Πολιτικού ήθους και να υποβιβάζει τη διαβρωτική ρουτίνα των ανήθικων και ύπουλων µέσων µαζικής επικοινωνίας. Ο ήχος και η εικόνα του θεάτρου, έχουν άλλη ποιότητα και άλλο στόχο, από τ’ αντίστοιχα των μαζικών μέσων. Το θέατρο, η µουσική, η ποίηση, η ζωγραφική µπορούν κάθε φορά ν’ ανακαλύπτουν και να δείχνουν στον κόσµο την ελπίδα, τον χώρο και τον χρόνο όπου είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί το όνειρο του καθενός µας και το όνειρο του έθνους µας. Οι Έλληνες ζουν µε τον ήχο και την εικόνα, διασκεδάζουν µε τον λόγο, προσπαθούν ν’ ανακαλύψουν παντού την οµιλία. Γι’ αυτό υπάρχουν τόσα θέατρα στη χώρα µας. Σ’ αυτή τη χώρα υπάρχει η ανάγκη της φωνής, της παρουσίας του άλλου, της εγγύτητας. Η υποκατάσταση της οµιλίας ισοδυναµεί µε θάνατο στον ελληνικό πολιτισμό.

-Αποσπάσματα συνέντευξης στον Φαίδωνα Θεοφίλου που  δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΑΙΟΛΙΔΑ τον Σεπτέμβριο του 2004

ΦΑΙΔΩΝ: Ποια είναι σήµερα η εικόνα της θεατρικής µας ζωής;

ΝΙΚΟΣ: Ενώ η θεατρική κίνηση, η πιάτσα, πάει πολύ καλά, η θεατρική µας ζωή παραµένει άφωνη. Βάλτωσε ο λόγος, η γλώσσα ατόνησε, η εικόνα µπολιάστηκε µε ξένα δάνεια, η παράδοση ξεχάστηκε, η ασυνέχεια έγινε κανόνας «µεταµοντερνιστικός»! Έχουµε µια ξιπασµένη θεατρική κίνηση, χωρίς καµιά ουσία, χωρίς περιεχόµενο, χωρίς έξαρση.

ΦΑΙΔΩΝ: Τι θα πρέπει κατά τη γνώµη σου να γίνει για να υπάρξει αντιστροφή αυτής της κατάστασης;

ΝΙΚΟΣ: Αν υποθέσουµε ότι επέρχεται, σχεδόν νοµοτελειακά, η πολιτιστική µας αλλοτρίωση, τότε οι πνευµατικοί άνθρωποι και οι καλλιτέχνες, έχουν χρέος να ενηµερώσουν τον αλλοτριωµένο λαό. Το θέατρο έχει την ιδιότητα να συντηρεί τη Μνήµη, να διδάσκει γλώσσα, να θυµίζει και ν’ ανιχνεύει την ιστορία. Έχει την ιδιότητα να επικοινωνεί άµεσα, ενεργητικά και, κάποιες φορές, καταλυτικά. Χρειάζεται όµως τον νέο θαρραλέο συγγραφέα, νέους οραµατιστές, που δεν θα καταγίνονται µε οτιδήποτε ξενόφερτο τους επιβάλλουν, νέους καλλιτέχνες που θα ξεφύγουν απ’ τις απαιτήσεις της µοντέρνας επιβίωσης και θ’ απαλλαγούν από τις σύγχρονες µορφές βίας και νοθείας. Το θέατρό µας πρέπει να απαλλαγεί από την ιδεολογία της σπονσοροκρατίας και της διαχειριστικής πλουτοκρατίας. Χρειαζόµαστε νέες φωνές και αντιλήψεις, που θα γνωρίζουν καλά την παράδοσή µας, που θα εκτιµούν βαθιά τα πολιτιστικά κοιτάσµατα αυτού του λαού και θα πιστεύουν ότι το θέατρο µπορεί να αναζωογονήσει τις δέσµιες αξίες του Ελληνισµού. Γιατί πρέπει να ξεκαθαρίσουµε, γρήγορα και µε περίσκεψη, ότι άλλο πράγµα είναι η βαθιά και θεληµατική συνεννόηση µ’ έναν ξένο πολιτισµό, κι άλλο η διαφθορά κι ο εξαναγκασµός µας να µαϊµουδίζουµε, ν’ αντιγράφουµε και να µιµούµαστε το καινούργιο, το άλλο.

ΦΑΙΔΩΝ: Μήπως όλα αυτά σηµαίνουν επιστροφή στο παρελθόν;

ΝΙΚΟΣ: Το παρελθόν και το µέλλον δεν είναι µέρη ασύµβατα και ξένα. Όσοι το διδάσκουν και το προβάλουν αυτό, είναι ανιστόρητοι και προτρέπουν σ’ ένα µέλλον θολό, αποτέλεσµα άγνοιας και απαιδευσίας. Μ’ αυτή τη λογική εξουδετερώνεται, ως συντηρητικό αξίωµα, η Ελληνικότητα, εξοστρακίζεται και παραφράζεται η γλώσσα, τροποποιείται το ήθος, αλλάζουν οι συνήθειες και γίνονται όλα παρόν, χωρίς κριτήρια, χωρίς πλαίσιο, χωρίς λογική.

ΦΑΙΔΩΝ: Ας κλείσουµε Νίκο αυτόν τον διάλογο µ’ ένα ερώτηµα, που θα µπορούσε να θέσει κι ένας απληροφόρητος άνθρωπος. Τι είναι τελικά θέατρο; Και για ποιον λόγο χρειάζεται;

ΝΙΚΟΣ: Θέατρο είναι κοινωνία – επικοινωνία ανθρώπων. Όλα όσα ονοµάζουµε θέατρο είναι αυτή η ζωντανή επικοινωνία ανάµεσα σε παρόντες ηθοποιούς και παρόντες θεατές. Είναι ένα παιχνίδι, µια τελετουργία, µια ηλεκτρική φόρτιση ανάµεσα σε ανθρώπινα όντα, που ούτε η τηλεόραση, ούτε ο κινηµατογράφος θα µπορέσουν ποτέ να αντικαταστήσουν. Το θέατρο είναι όργανο πνευµατικής ενηµέρωσης και λύτρωσης. Κάνουµε θέατρο για να επαναπροσδιορίσουµε την ευαισθησία µας πάνω στα αληθινά και ζωντανά ανθρώπινα προβλήµατα. Για να µπορούµε να ελπίζουµε στη βαθιά επικοινωνία µεταξύ των ανθρώπων. Για να ελπίζουµε στην εσωτερική µας απελευθέρωση από τους καταναγκασµούς, για ν’ ανακαλύψουµε ξανά τις βαθιές ανθρώπινες αξίες. Μέσα σ’ ένα κόσµο ατόµων, κάνουµε θέατρο για να ανακαλύψουµε τη κοινότητα και τη συνεργασία. Κάνουµε θέατρο για να διατηρήσουµε τη µνήµη µας, για να µην αλλοτριωθούµε από τις µηχανές και από τη χειραγώγησή µας στο ψεύτικο, στο ανούσιο, στο ξένο. Κάνουµε θέατρο για να αποτρέψουµε την αποξένωση και τον φόβο, για να µπορούµε να ελπίζουµε στην ειρήνη και στη συναδέλφωση των ανθρώπων. …

Ο Νίκος Περέλης ήταν ένας σκηνοθέτης και οραματιστής που δεν ησύχαζε ποτέ. Ένας ιδεολόγος της Τέχνης,  την οποία  έβλεπε σαν ένα εργαλείο για μόρφωση και καλλιέργεια.   Πάλεψε για να δημιουργήσει ένα θέατρο όχι του σαλονιού αλλά για τους απλούς λαϊκούς ανθρώπους,  προσπαθώντας να συνδέσει την Ελληνική μνήμη και  παράδοση με το σύγχρονο, το νέο και το φρέσκο. Δεν δίστασε να συγκρουστεί με τους μηχανισμούς του κατεστημένου και φυσικά να υποστεί τις συνέπειες.

Αγνός ιδεολόγος αλλά και φωτισμένος δάσκαλος, διανοούμενος αλλά και θεατρικός χειροπράκτης άφησε ένα αποτύπωμα στην Τέχνη του Θεάτρου και μια πλούσια παρακαταθήκη που πάντα θα συντροφεύει αυτούς που προσπαθούν να αρθρώσουν τον δικό τους Λόγο από τη σκηνή ενός θεάτρου….

15/12/2025

Αντρέας Σεφτελής

6972 210 895